Στο διάστημα αυτό οι δομικές διαφοροποιήσεις πολλές, όχι μόνο στην μπάλα, μα αναπόφευκτα και στη ζωή, αφού αυτή δεν (έχει λόγο να) περιμένει κανέναν και τίποτα. Δημιουργεί εμάς και δημιουργείται από εμάς, περνά και χάνεται στους ατέρμονους χρονικούς κύκλους της, προχωρά ακάθεκτη κι ο χρόνος ως «γλύπτης μας παράφορος» την παρουσιάζει κάθε φορά με ξεχωριστή εκδοχή· οι άνθρωποι ακολουθούμε ή και διαμορφώνουμε τους όρους διεξαγωγής της – τι από τα δύο κάνουμε, αλήθεια, αναρωτιόμαστε. Αμφότερα, απαντάμε. Πώς και πόσο. Δύο τα ερωτήματα – κριτήρια. Η αλλαγή των εποχών, των περιόδων και οι παράγοντες μετάβασής τους το θέμα.
Πώς, λοιπόν, και για την ακρίβεια πόσα χρόνια χρειάζονται για να οριστεί ως διαφορετική μια εποχή, μια γενιά; Η 15ετία επαρκής κατά γενική ομολογία. Ουσιαστικά τόσο πέρασε από εκείνο το βράδυ στο «Ολντ Τράφορντ», όταν όλα ήταν «διαφορετικά», ποδοσφαιρικά και μη. Fun fact της υπόθεσης και της νοσταλγίας να είναι ακριβώς το ότι το prime όλων τους, το οποίο τώρα αισίως για τη «σύγχρονη» γενιά φαντάζει παλιό και ίσως κομμάτι άγνωστο και ξένο, αποτελεί τη γλυκιά αναπόληση της νέας πλην όμως σταδιακά «ώριμης» γενιάς, που τότε ήταν η… παιδική - έφηβη πιτσιρικαρία της εποχής.


Η τέχνη έχει αναρίθμητες εκφάνσεις, σαν τις στιγμές της έμπνευσής της, είναι παντού. Και πηγαία. Έτσι τέτοια υπήρξε και η γκολάρα του Ολλανδού κόντρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, κάνοντας το ιστορικό «Θέατρο των Ονείρων»… παλκοσένικο στη δική του στιγμή αρτιότητας, γλυκόπικρης, βέβαια, αναλόγως με την πλευρά του… ποτηριού, αφού το γήπεδο τον παρατηρούσε σε απόλυτη σιγή να πανηγυρίζει με τον χαρακτηριστικό του εκκωφαντικό μορφασμό. Αλλά έτσι είναι η τέχνη, ανεξαρτήτως εποχής. «Επιβάλλει» τον θαυμασμό με την αρμονία και ποτέ διά της βίας, έστω κι αν προκαλεί διφορούμενα συναισθήματα - αυτός και ο στόχος της, όμως: ο συναισθηματικός και ιδεολογικός διχασμός, απλώς ποτέ βίαιος.
Το καλεντάρι είχε προγραμματίσει να εμφανιστούν χθες πρώτες οι Μπάγερν Μονάχου και Άρσεναλ στη φάση των προημιτελικών και τα παιχνίδια του χρόνου αυτόματα φύλασαν στις ημερομηνίες τους επετείους νικών και για τους δύο με στιγμές ανάλογης έμπνευσης, που δεν ήταν απλώς όμορφα γκολ που θυμόμαστε, αλλά έγιναν cult στιγμές της διοργάνωσης και της ιστορίας τους. Τι κι αν είναι «φρέσκος» ο Ντέκλαν, ο χρόνος και μόνο θα φροντίσει να του επιβεβαιώσει τον χαρακτηρισμό, απλώς με το πέρασμά του... Για τους Βαυαρούς, πρωταγωνιστής ένα εξτρέμ «παλιάς» κοπής, από τους κορυφαίους της νεότερης ιστορίας της μπάλας. Ολλανδός, όχι ιπτάμενος, αλλά «αέρινος». Μια κίνηση – trademark με κατάληξη αναπόφευκτη, που όλοι γνώριζαν και κανείς δε μπορούσε να αποσοβήσει, τη στιγμή που όλοι του προσπαθούσαν. Φιλότιμα, μα ανεπαρκώς. Μια σύγκλιση εσωτερική με πορεία παράλληλη κατά μήκος της γραμμής της μεγάλης περιοχής και ένα φαλτσαριστό χάδι που φάνταζε – και ήταν η προοικονομία των πανηγυρισμών, η καλλιτεχνική επέλαση του αναπόφευκτου, που δεν επιβάλλεται, μα απλώς το αναμένεις γιατί είναι αναπόδραστο. Αποστολέας γνωστός – Άριεν Ρόμπεν – παραλήπτης συστημένος, τα δίχτυα.
Στις 7 Απρίλη 2010 (πάλι σε μουντιαλική χρονιά κι όταν ακόμη υπήρχε σ’ αυτό η Ιταλία), τη χρονιά απόλυτης καριέρας και... αδικίας για τον Γουέσλεϊ Σνάιντερ, διαχρονικής πια, και λίγους μήνες πριν βιώσει τη μεγαλύτερη ματαίωση της καριέρας του στην άλλη άκρη της γης, οι «κόκκινοι διάβολοι» στη δύση της θητείας του θρυλικού Σερ Άλεξ, που μαζί έζησαν την απρόσμενη μετάβαση από τα Τάρταρα στον Παράδεισο, ανοίγουν τις πόρτες τους για τους Βαυαρούς και τον επαναληπτικό του εις βάρος τους 2-1 του Μονάχου. Ο Πορτογάλος Νάνι τους οδηγεί με δύο όμορφα γκολ στη δική του βραδιά έμπνευσης (7’, 41’), αλλά όλα «έσβησαν» στο τέλος, όπως ακριβώς και η μπάλα στα δίχτυα του Βαν Ντερ Σαρ. Κόρνερ από δεξιά του «διόσκουρου» Φρανκ Ριμπερί και η συστημένη της προσγείωση φεύγει με φαλτσαριστή πορεία και one way ticket για την κάτω γωνία του σχεδόν δίμετρου συμπατριώτη του. Οι αντιδράσεις όλων «λένε», παραδέχονται θαυμαστά «πω πω, τι έβαλε…». Ο πανηγυρισμός του το ίδιο. Γιατί ήξερε. Γιατί το μπορούσε, το πίστευε, το ήθελε εξ αρχής και το κατάφερε. Γι' αυτό και (θα) μνημονεύεται σ' όλες τις... «εποχές» του χρόνου...
Νικόλας Κανελλόπουλος






