Πώς, όμως, φτάσαμε σε αυτό το σημείο; Η Άρσεναλ εκκίνησε το ματς με την Μπράιτον με άσχημο τρόπο. Στο 2ο λεπτό ο Ράγια έκανε μεγάλο λάθος, ο Μπαλεμπά ευνοήθηκε από αυτό, τον «έσκαψε», αλλά ο Γκάμπριελ έσωσε πάνω στην γραμμή. Επτά λεπτά μετά, στο 9’, ήρθε το προβάδισμα των φιλοξενούμενων. Ο Σάκα συνέκλινε, σούταρε, η μπάλα βρήκε στον Μπαλεμπά και ο Φερτμπρούγκεν αιφνιδιάστηκε πλήρως, για το 1-0 των Λονδρέζων. Ακολούθησε ένα πολύ κακό πρώτο μέρος, ακριβώς όπως το ήθελε η Άρσεναλ. «Μηδενικές» ευκαιρίες, ένας εκπληκτικός Γκάμπριελ που έπαιζε και για τον… Σαλιμπά, εξαιρετική πίεση και μία Μπράιτον που επιδιδόταν σε παράπονα για καθυστερήσεις, παρασυρόμενη και από τον Χούρτζελερ, που διαρκώς διαμαρτυρόταν.
Με την έναρξη της «επανάληψης», δεν άλλαξε το παραμικρό. Η Άρσεναλ διαχειριζόταν το σκορ, δίχως να απειλείται, η Μπράιτον προσπαθούσε, αλλά δεν έβρισκε τρόπο, με τον Ρουτέρ να απειλεί πρώτος στο 58’, και τον Ράγια να απαντά. Κράτησαν οι Λονδρέζοι, πανηγύρισαν μία εκπληκτική επικράτηση, που άλλαξε τη διαφορά. Σε ό,τι αφορά τη Μάντσεστερ Σίτι, η εξέλιξη της συνάντησης ήταν παρόμοια. Μία στιγμή, ένα γκολ, με προβάδισμα στα αποδυτήρια και από εκεί και πέρα, διαχείριση και «θα βρεθεί τρόπος για το ζητούμενο». Δεν έρχονται, όμως, όλα όπως τα περιμένεις. Η Νότιγχαμ ισοφάρισε στο 60ο λεπτό τη Σίτι, με ένα τρομερό τακουνάκι του Ιγκόρ Ζεσούς και το παιχνίδι πήρε «φωτιά».
Η Σίτι ανέβασε στροφές, σοβαρεύτηκε περισσότερο, πήρε ρίσκα και προτού αγχωθεί, ο Ρόδρι έκανε το 2-1 στο 62ο λεπτό. Η ομάδα του Βίτορ Περέιρα, όμως, είναι «σκληρό καρύδι» και δεν παραδίδεται εύκολα, με τον Άντερσον να κάνει το 2-2 στο 75’ και να αρχίζει να πιέζει πραγματικά την ομάδα του Πεπ Γκουαρδιόλα, που πέταξε δύο βαθμούς και είναι στο -7 με ματς λιγότερο.






