Τέσσερα αστέρια κοσμούν εδώ και μια εικοσαετία την ποδοσφαιρική σημαία της χώρας, η χρυσαφένια λάμψη τους όμως κηλιδώνεται ανεξίτηλα τις τελευταίες… 3.604 μέρες. Ναι, τόσες είναι. Τι είναι; Το διάστημα απουσίας της «σκουάντρα ατζούρα» από τα Μουντιάλ! Τόσα μετρημένα ακριβώς τα 24ωρα, 437 οι εβδομάδες και οκτώμησι τα τελευταία χρόνια στα οποία η Ιταλία συμβιβάζεται με το σκυμμένο κεφάλι και τα θλιμμένα μάτια της στη θέα των πανηγυρισμών άλλων μπροστά της και εις βάρος της. Τρεις ημερομηνίες – σταθμοί ενός πισωγυρίσματος δίχως για την ώρα τερματικό και με αφετηρία, όχι τον πρώτο «θύτη», αλλά το ίδιο το «θύμα», που φαντάζει ως... ηθικός αυτουργός επαναλαμβανόμενων στιγμών απογοήτευσης. Στο ίδιο έργο θεατές εν ολίγοις και κυριολεκτικά με την πράξη του δράματος να είναι ίδια στην ουσία της, διαφέρουσα μόνο στα πρόσωπα. 

Δομικά εγκλήματα ενός προϊόντος επέφεραν την αποτυχία ως κανονικότητα μέσα σε 100 μήνες, επώδυνη και αναπόδραστη συνάμα, καθιστώντας αποτυχημένη μια ολόκληρη γενιά και σκάρτο ένα μοντέλο, που κάποτε κυριαρχούσε, γιατί ήταν αλλιώτικο. Όπως και τώρα, αλλά... από την ανάποδη. Καταλαβαίνεις πως κάτι πάει πολύ στραβά, όταν το κατακτημένο βάθρο χάνει τον ιστορικό και δομικό ρόλο του, αυτόν δηλαδή του κύρους μακροπρόθεσμα και της δόξας ως άμεσου απόηχου, αποδεικνυόμενο, αντί για φάρος επιστροφής, σε επιστέγασμα αποτυχίας: η άνοδος του ευρωπαϊκού θρόνου στο «Γουέμπλεϊ» προέκυψε μεν ως πεισματική απάντηση στο βαθιά πληγωμένο εγώ της, ωστόσο ήταν μόνο τέτοια κι όχι αποτέλεσμα επαναπροσδιορισμού της ύπαρξης και έκφρασής της – ειρωνικά και καθόλου τυχαία ο χαρακτήρας δεν επανήλθε ποτέ και οι δάφνες μαράθηκαν, αντικαθιστώμενες από τον αφανισμό.

Εκνευρισμός για τον προβληματισμό του παρόντος και αγωνία για τα αγχωμένα ερωτήματα ενός αβέβαιου μέλλοντος, με γνωστές, ωστόσο, αιτίες - τα έλεγε από τότε προ τετραετίας ο εκλέκτορας της U21 Πάολο Νικολάτο - επιβεβαιώνουν το τραυματικό βίωμα ενός ολόκληρου έθνους σ’ ένα συσσιφικό μαρτύριο επανεκκίνησης και πτώσης δίχως τέλος. Προάγγελος ίσως του αρνητικού σερί, οι διαδοχικές επίσης αποτυχίες αμέσως μετά την ενθρόνιση στη Γερμανία, οι αποκλεισμοί από τις διοργανώσεις της Νοτίου Αφρικής (2010) και της Βραζιλίας (2014). Χειμώνας 2017, άνοιξη 2022 προηγούνται στα... περιεχόμενα της φετινής ως οι τρεις φαρμακερές ιστορικές της «κατραπακιές»: το πρώτο εθνικό σοκ – δίχως υπερβολή ο όρος – επέρχεται στις 13 Νοεμβρίου από τη Σουηδία, όταν και η λευκή εντός έδρας ισοπαλία είναι καταδικαστική, εξ αιτίας ενός «ξερού» σουτ του… ΑΕΚτζή Γιάκομπ Γιόχανσον για την πρώτη πράξη∙ σχεδόν πέντε χρόνια μετά και πριν από τέσσερα (και κάτι μέρες) η Βόρεια Μακεδονία αναδεικνύει επώδυνα το πολυσύνθετο δομικό πρόβλημα και το ίδιο σκορ (αυτή τη φορά στα ημιτελικά) προσθέτει μια ακόμη ματαίωση μήνες μόλις μετά την κατάκτηση του EURO 2020 (αλλά το 2021 διοργανωμένο, ελέω covid) – ο πανηγυρισμός του Τραϊκόφσκι στο 90+2’ επιδεινώνει το δράμα∙ η Βοσνία – Ερζεγοβίνη αποτελεί για την ώρα το τελευταίο κεφάλαιο, που πάλι συγκριτικά ως προς τον τρόπο έκβασης είναι «χειρότερο» από τα προηγούμενα: στα πέναλτι, την ψυχοφθόρο διαδικασία, που «πήρε» ξανά το ποδοσφαιρικό πνεύμα της χώρας. 

Απουσία – και μάλιστα παραγοντικές αρνήσεις (!) για την απόκτηση – ιδιωτικών γηπέδων, ελαχιστοποίηση σταδιακή του χρόνου συμμετοχής των γηγενών παικτών από μικρές κιόλας ηλικίες είναι επιγραμματικά και μόνο οι ελλείψεις που οδηγούν στην πτώση. Μέχρι τότε δραματικά πάντα, τα πρόσωπα αλλάζουν, τα λόγια όχι: επικλήσεις επαναστοχασμού, υποσχέσεις και γενναίες δηλώσεις περί αποδοχής της κάθε ήττας ως αφετηρίας για ανάκαμψη με το ίδιο πικρό αποτέλεσμα. Τότε και κατά σειρά Τζιαμπέρο Βεντούρα, Ρομπέρτο Μαντσίνι, τώρα Τζενάρο Γκατούζο και Τζίτζι Μπουφόν. Ή αλλιώς στην περίπτωση των τριών τελευταίων, η αποκαθήλωση θρύλων, έστω και προπονητική - παραγοντική, ιδίως των δύο Παγκόσμιων πρωταθλητών. Ακριβώς γι' αυτό. Γιατί εκ του αποτελέσματος απέτυχαν, οι παραιτήσεις τους, η παραδοχή τους. Η 20η επέτειος του θριάμβου του Βερολίνου συνιστά ήδη πικρή αναπόληση και η θύμησή της ανήμερα την 9η Ιουλίου θα είναι νοσταλγική και «ορφανή» από διαδόχους, γλυκόπικρη. Απρόσμενα, όσο ποτέ άλλοτε, σκληρή, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη μακρινή ανάμνηση περασμένων μεγαλείων, που διηγείσαι κλαίγοντας. Μέχρι την επόμενη φορά. Κανείς δεν ξέρει πότε...
Νικόλας Κανελλόπουλος






