Το ποδόσφαιρο είναι το πρώτο θέμα συζήτησης στον κόσμο. Κι έχει μια ιδιαιτερότητα: δεν κερδίζει πάντα το φαβορί. Γι΄αυτό και τα πιο λαϊκά κοινωνικά στρώματα αναπτύσσουν τόσο δυνατή σχέση με την μπάλα.
Την κοινωνική αξία του αθλητισμού, ιδίως του ποδοσφαίρου, την κατάλαβε από νωρίς ο Αντόνιο Γκράμσι, αλλά και σχεδόν όλη η αναδυόμενη Αριστερά. Για τον Γκράμσι το ποδόσφαιρο ήταν συνώνυμο της δημοκρατίας, επειδή παίζεται στο ύπαιθρο και μπροστά στον κόσμο, έχει δηλαδή λαϊκό χαρακτήρα.Την κοινωνική αξία του αθλητισμού, ιδίως του ποδοσφαίρου, την κατάλαβε από νωρίς ο Αντόνιο Γκράμσι, αλλά και σχεδόν όλη η αναδυόμενη Αριστερά. Για τον Γκράμσι το ποδόσφαιρο ήταν συνώνυμο της δημοκρατίας, επειδή παίζεται στο ύπαιθρο και μπροστά στον κόσμο, έχει δηλαδή λαϊκό χαρακτήρα.
Μάλιστα, ο μύθος που κυκλοφορεί στην Ιταλία λέει πως: Ενώ εκφωνούσε την ομιλία του κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στο Botteghe Oscure, ο ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Παλμίρο Τολιάτι, απευθύνθηκε στον σύντροφο του και ηγετικό στέλεχος του κόμματος, Πιέτρο Σέκια, ρωτώντας τον: «Τι έκανε η Γιουβέντους χθες;». Ο Σέκια, εμφανώς αμήχανος, σώπασε. Τότε ο Τολιάτι του απάντησε: «Και περιμένεις να κάνεις την επανάσταση χωρίς να ξέρεις τα αποτελέσματα της Γιούβε;». Πώς να το πεις, χωρίς να ξέρεις τις διαθέσεις των ανθρώπων που ζητάς να ξεσηκωθούν; Ο επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος, οπαδός της «Γηραιάς Κυρίας», επέπληξε έτσι τον αναπληρωτή του ότι αγνόησε τη σημασία ενός μαζικού φαινομένου όπως το ποδόσφαιρο ικανό να επηρεάσει τη νοοτροπία και τα έθιμα των λαϊκών τάξεων.
Γιατί κάναμε αναδρομή στον κοινωνικό και πολιτικό ρόλο του ποδοσφαίρου; Γιατί τέτοιες αντίστοιχες καταστάσεις βιώνουμε και τώρα, τόσο με το πρόσφατο Παγκόσμιο Κύπελλο στο Κατάρ, όσο και με τα όσα προσπαθεί να κάνει η Σαουδική Αραβία με την απόκτηση σπουδαίων ποδοσφαιριστών μέσω της πρακτικής του sportswashing. Αλήθεια όμως τι είναι το sportwashing; Το ξέπλυμα με όχημα τον αθλητισμό για την αποκατάσταση της φήμης ή τη στροφή της προσοχής μακριά από όσα πραγματικά συμβαίνουν. Και αυτή η ορολογία δεν είναι κάτι νέο, ακόμα κι αν αυτή ξεκίνησε να χρησιμοποιείται πρόσφατα.
Κι εδώ έρχεται το νέο βιβλίο του Δημήτρη Ραπίδη Η μπάλα σε λάθος πόδια από τις εκδόσεις Απρόβλεπτες, να ρίξει φως σε αυτό το φαινόμενο που πλέον αποτελεί βασικό συστατικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Για να σε βάλει στο παιχνίδι ο συγγραφέας δεν στέκεται μόνο στην τωρινή περίοδο και τα όσα ζήσαμε πρόσφατα στο Κατάρ το 2022 με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το πλάνο της Σαουδικής Αραβίας, αλλά κάνει βουτιά στο παρελθόν και ξεκινάει την καταγραφή του sportswashing, ακόμα και αν ήταν με διαφορετική μορφή από αυτή που βιώνουμε τώρα, από την εποχή του Μουσολίνι της φασιστικής Ιταλίας και τη ναζιστική Γερμανία μέχρι τον Βιντέλα και την ποδοσφαιρική έκρηξη στην κομμουνιστική Κίνα της προηγούμενης δεκαετίας.
Ο Δημήτρης Ραπίδης αναδεικνύει και αποκαλύπτει αυτό που όλοι βλέπουμε και κανένας δεν λέει. Πως το sportwashing «ξεπλένει» καθεστώτα, μονάρχες, επιχειρηματίες, πολιτικούς και άλλες αμφιλεγόμενες προσωπικότητες. Και τα χρήματα δεν φαίνεται να απασχολούν κανέναν. Και δεν μένει μόνο σε αυτό αφού παράλληλα με την ανάδειξη του sportwashing που ουσιαστικά έχει πλήξει τον αθλητισμό, αλλά κυρίως το ποδόσφαιρο όπου το συναντάμε σε μεγαλύτερη συχνότητα, μας τοποθετεί σε εκείνες τις εποχές αποκαλύπτοντας κρυφές πτυχές από όλα αυτά τα καθεστώτα και τους ηγέτες το πως χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο ώστε ένα κράτος να γίνει συμπαθές, να μπορέσει να προωθήσει και να γνωστοποιήσει σε αυτούς που δεν το ξέρουν τις συνήθειές του, τις οργανωτικές του δυνατότητες, την ικανότητα.
Και όλα αυτά τα έχει μέσα η Μπάλα σε λάθος πόδια, το οποίο διαβάζεται ευχάριστα είτε είσαι είτε δεν είσαι ποδοσφαιρόφιλος. Και όπως στην αρχαία Ρώμη ο αυτοκράτορας συνήθιζε να προσφέρει στον κόσμο λίγο σιτάρι και θέαμα, με σκοπό να τους αποσπά από τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, έτσι και ο συγγραφέας μας δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο πράγμα το πως το sportwashing μπορεί να αποσπάσει από την μάζα το ενδιαφέρον του από τα μεγάλα προβλήματα προσφέροντας του μία εύπεπτη φαντασμαγορία μαζικής κατανάλωσης.
Μάλιστα, ο μύθος που κυκλοφορεί στην Ιταλία λέει πως: Ενώ εκφωνούσε την ομιλία του κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης στο Botteghe Oscure, ο ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Παλμίρο Τολιάτι, απευθύνθηκε στον σύντροφο του και ηγετικό στέλεχος του κόμματος, Πιέτρο Σέκια, ρωτώντας τον: «Τι έκανε η Γιουβέντους χθες;». Ο Σέκια, εμφανώς αμήχανος, σώπασε. Τότε ο Τολιάτι του απάντησε: «Και περιμένεις να κάνεις την επανάσταση χωρίς να ξέρεις τα αποτελέσματα της Γιούβε;». Πώς να το πεις, χωρίς να ξέρεις τις διαθέσεις των ανθρώπων που ζητάς να ξεσηκωθούν; Ο επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος, οπαδός της «Γηραιάς Κυρίας», επέπληξε έτσι τον αναπληρωτή του ότι αγνόησε τη σημασία ενός μαζικού φαινομένου όπως το ποδόσφαιρο ικανό να επηρεάσει τη νοοτροπία και τα έθιμα των λαϊκών τάξεων.
Γιατί κάναμε αναδρομή στον κοινωνικό και πολιτικό ρόλο του ποδοσφαίρου; Γιατί τέτοιες αντίστοιχες καταστάσεις βιώνουμε και τώρα, τόσο με το πρόσφατο Παγκόσμιο Κύπελλο στο Κατάρ, όσο και με τα όσα προσπαθεί να κάνει η Σαουδική Αραβία με την απόκτηση σπουδαίων ποδοσφαιριστών μέσω της πρακτικής του sportswashing. Αλήθεια όμως τι είναι το sportwashing; Το ξέπλυμα με όχημα τον αθλητισμό για την αποκατάσταση της φήμης ή τη στροφή της προσοχής μακριά από όσα πραγματικά συμβαίνουν. Και αυτή η ορολογία δεν είναι κάτι νέο, ακόμα κι αν αυτή ξεκίνησε να χρησιμοποιείται πρόσφατα.
Κι εδώ έρχεται το νέο βιβλίο του Δημήτρη Ραπίδη Η μπάλα σε λάθος πόδια από τις εκδόσεις Απρόβλεπτες, να ρίξει φως σε αυτό το φαινόμενο που πλέον αποτελεί βασικό συστατικό του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Για να σε βάλει στο παιχνίδι ο συγγραφέας δεν στέκεται μόνο στην τωρινή περίοδο και τα όσα ζήσαμε πρόσφατα στο Κατάρ το 2022 με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το πλάνο της Σαουδικής Αραβίας, αλλά κάνει βουτιά στο παρελθόν και ξεκινάει την καταγραφή του sportswashing, ακόμα και αν ήταν με διαφορετική μορφή από αυτή που βιώνουμε τώρα, από την εποχή του Μουσολίνι της φασιστικής Ιταλίας και τη ναζιστική Γερμανία μέχρι τον Βιντέλα και την ποδοσφαιρική έκρηξη στην κομμουνιστική Κίνα της προηγούμενης δεκαετίας.
Ο Δημήτρης Ραπίδης αναδεικνύει και αποκαλύπτει αυτό που όλοι βλέπουμε και κανένας δεν λέει. Πως το sportwashing «ξεπλένει» καθεστώτα, μονάρχες, επιχειρηματίες, πολιτικούς και άλλες αμφιλεγόμενες προσωπικότητες. Και τα χρήματα δεν φαίνεται να απασχολούν κανέναν. Και δεν μένει μόνο σε αυτό αφού παράλληλα με την ανάδειξη του sportwashing που ουσιαστικά έχει πλήξει τον αθλητισμό, αλλά κυρίως το ποδόσφαιρο όπου το συναντάμε σε μεγαλύτερη συχνότητα, μας τοποθετεί σε εκείνες τις εποχές αποκαλύπτοντας κρυφές πτυχές από όλα αυτά τα καθεστώτα και τους ηγέτες το πως χρησιμοποίησαν το ποδόσφαιρο ώστε ένα κράτος να γίνει συμπαθές, να μπορέσει να προωθήσει και να γνωστοποιήσει σε αυτούς που δεν το ξέρουν τις συνήθειές του, τις οργανωτικές του δυνατότητες, την ικανότητα.
Και όλα αυτά τα έχει μέσα η Μπάλα σε λάθος πόδια, το οποίο διαβάζεται ευχάριστα είτε είσαι είτε δεν είσαι ποδοσφαιρόφιλος. Και όπως στην αρχαία Ρώμη ο αυτοκράτορας συνήθιζε να προσφέρει στον κόσμο λίγο σιτάρι και θέαμα, με σκοπό να τους αποσπά από τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, έτσι και ο συγγραφέας μας δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο πράγμα το πως το sportwashing μπορεί να αποσπάσει από την μάζα το ενδιαφέρον του από τα μεγάλα προβλήματα προσφέροντας του μία εύπεπτη φαντασμαγορία μαζικής κατανάλωσης.






